Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Η ΛΥΤΡΩΣΗ


Nίκος Νασόπουλος





Η ΛΥΤΡΩΣΗ




























ΑΘΗΝΑ 2016

Νίκος Νασόπουλος











Η ΛΥΤΡΩΣΗ










Αφιερωμένο σε όσους πολέμησαν χωρίς
να γνωρίζουν γιατί,σε όσους χάθηκαν,
χωρίς να ξέρουν τι είχαν φταίξει





copyright Νίκος Νασόπουλος 2016










ΑΘΗΝΑ 2016






Σημείωμα του συγγραφέα...
Πρόκειται για μια σύντομη φανταστική ιστορία λίγων σελίδων,
δεν μπορείς να το πεις βιβλίο,που όμως ήθελε πολύ να βγει στο φως....







































1


Στον Γιώργο δεν άρεσαν οι αλλαγές,όμως δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα όταν οι γονείς του αποφάσισαν να αγοράσουν καινούργιο σπίτι και μάλιστα μακρυά από το κέντρο της πόλης...
Είχε συνηθίσει την περιοχή του Νέου Κόσμου,εκεί είχε κάνει τα πρώτα του βήματα,σ΄ εκείνο το κοντινό σχολείο είχε μάθει τα πρώτα γράμματα και στα στενά γύρω από το σπίτι είχε μάθει να παίζει ποδόσφαιρο,είχε γίνει φανατικός οπαδός του Παναθηναικού που λίγα χρόνια πριν κόντεψε να πάρει το κύπελο στο Γουέμπλει...
Ωραία ήταν όλα αυτά,όμως οι γονείς δεν άντεχαν άλλο την κίνηση της πόλης,τους κούραζε το κέντρο,τα καυσαέρια,ο θόρυβος,τα πολλά και κολλητά διαμερίσματα κι είχαν ήδη αποφασίσει...έπρεπε να πάρουν καινούργιο σπίτι και μάλιστα κοντά στη θάλασσα,να έχουν καθαρό αέρα,να μεγαλώσει και ο μοναχογιός,ο Γιώργος,σε όμορφο περιβάλλον...
Ο πατέρας,ο κύριος Δημήτρης,ήταν ένας υπομηχανικός του Μικρού Πολυτεχνείου,όμως τα είχε καταφέρει να φτιάξει ένα τεχνικό γραφείο και να αναλαμβάνει υπεργολαβίες που του είχαν αποφέρει σημαντικά κέρδη,που του επέτρεπαν να ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή σε ένα καλύτερο σπίτι κι όχι σ'ένα μίζερο δυάρι του Νέου Κόσμου...
Δεν άργησε το ποθούμενο να βρεθεί στο ''δρόμο'' του κυρίου Δημήτρη,όταν ανέλαβε εργολαβικά δουλειές σε μια καινούργια πολυκατοικία που φτιαχνόταν στην παραλιακή λεωφόρο,στο Ελληνικό..
Το κτίριο δεν είχε τα πιο απίθανα αρχιτεκτονικά προτερήματα,όμως ήταν ευπρεπές,έβλεπε απευθείας τη θάλασσα και γύρω του υπήρχαν μόνο παλιά σπίτια με αυλές και τεράστιους ακάλυπτους χώρους...
Η κυρία Ελένη,η σύζυγός του,ενθουσιάστηκε αμέσως με την ιδέα,την τοποθεσία και την ''αύρα'' που απέπνεε το κτίριο και συμφώνησε μαζί του να αγοράσουν ένα διαμέρισμα εκατό τετραγωνικών του τρίτου ορόφου...μάλιστα πρότεινε να κρατήσουν το θέμα κρυφό από τον γιό τους μέχρι να πάρουν το ''κλειδί στο χέρι'',μόνο τότε θα του αποκάλυπταν το γεγονός...
Ο Γιώργος συνέχιζε την καθημερινότητά του ανέμελος στα στενά του Νέου Κόσμου,πηγαίνοντας καθημερινά με τη δερμάτινη τσάντα του στο σχολείο,να διαβάζει στα γρήγορα τα μεσημέρια κι έπειτα να τρέχει να προλάβει να παίξει μπάλα με την παλιοπαρέα πριν δύσει ο ήλιος και δεν βλέπουν κατά που πάνε τα ''φάλτσα'' και οι ''μύτοι'' τους...
Όμως ο καιρός περνάει γρήγορα κι έτσι έγινε και με τον Γιώργο που σε λίγους μήνες θα τελείωνε την τετάρτη δημοτικού,κάπου εκεί μετά το Πάσχα,οι γονείς του του ανακοίνωσαν πως θα μετακόμιζαν σύντομα σε ένα καινούργιο σπίτι κοντά στη θάλασσα και τον έπιασε η μελαγχολία του αποχωρισμού,του αποχωρισμού από όλα όσα είχε συνηθίσει να κάνει και να χαίρεται σ'εκείνα τα στενά του Νέου Κόσμου...
Δεν μπορούσε ο Γιώργος να σκεφτεί πως θα έρθει ένα καλοκαίρι που δεν θα μπορεί να παίζει μπάλα με την παλιοπαρέα στα στενά,πως θα άλλαζε διαδρομή για το σχολείο,πως θα άλλαζε συμμαθητές,πως δεν θα μπορούσε να αγοράζει κάθε Τετάρτη τον Σεραφίνο από το ψιλικατζίδικο του κυρ Στέφανου...όλα του φαίνονταν τόσο στενάχωρα που έμενε ώρες στο μπαλκόνι χαζεύοντας τριγύρω την περιοχή,προσπαθώντας να ''ρουφήξει'' τις στιγμές,πριν χαθεί γι'άλλους τόπους...

Δεκαπέντε Ιουνίου τελείωσαν τα σχολεία και με τον έλεγχο στο χέρι σχεδόν άρχισε να πακετάρει τα πράγματά του ο Γιώργος..ήθελε να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα παιχνίδια και τα περιοδικά του μαζί,όμως η μητέρα του έβαζε περιορισμούς,περιορισμούς που τον έκαναν να στενοχωριέται περισσότερο,περισσότερο κι από τις ερωτήσεις που του έκαναν οι γείτονες ...''φεύγετε Γιωργάκη;''
Ένα φορτηγό ήταν που πήρε τα πράγματα και τις αναμνήσεις από το δυάρι του Νέου Κόσμου για να τα πάει στην παραλία,στο Ελληνικό...


2

Ο Γιώργος ήθελε να φωνάξει,να σταματήσει το χρόνο,να πάρει μαζί του κομμάτια από τους τοίχους,την παλιοπαρέα,την μπάλα,ακόμη και το ψιλικατζίδικο του κυρ Στέφανου,όμως όλα έμοιαζαν μάταια και μόνο η σιωπή και τα βουβά του δάκρυα έμεναν να θρηνούν αόρατα γι'αυτό που συνέβαινε...
Όταν έφευγαν πια,με το οικογενειακό αυτοκίνητο,εκείνος δεν άντεχε να κυτάξει πίσω,να δει το στενό που χανόταν στον ορίζοντα,μαζί με την παλιοπαρέα,τους γείτονες και το μαγαζάκι του κυρ Στέφανου κι έμεινε να κυτάζει μόνο μπροστά,προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να γίνει σκληρός κι ας ήξερε πως μέσα του θα πόναγε για πολύ ακόμα...

Η οικογένεια βόλεψε τα πράγματά της σχετικά γρήγορα στο καινούργιο σπίτι και άρχισε να χαίρεται το καλοκαίρι και τη θάλασσα που λικνιζόταν απέναντι,όσο κι αν δυσκολίες υπήρχαν και μάλιστα σημαντικές...
Μαγαζιά δεν υπήρχαν κοντά κι έπρεπε να ψωνίζουν από τη Γλυφάδα ή το Καλαμάκι,σχολείο για το παιδί έπρεπε να επιλέξουν ιδιωτικό,αφού το κοντινότερο δημόσιο ήταν μετά το αεροδρόμιο,πάνω στην παραλιακή λεωφόρο,στον Άλιμο..όμως ήξεραν πως θα συνηθίσουν σε όλα αυτά,πως θα ξεπεράσουν τις όποιες δυσκολίες,μαζί και τους θορύβους των αεροπλάνων που μάλλον θα δυσκόλευαν τον ύπνο τους....
Ο Γιώργος δυσκολέυτηκε να βρει παιδιά της ηλικίας του στην καινούργια γειτονιά,όμως τα κατάφερε και με άλλους δυο πιτσιρικάδες έκαναν μια παρέα που αλώνιζε την περιοχή με τα παλιά σπίτια,κάνοντας τους εξερευνητές...
Μπορεί να είχε χάσει την παλιοπαρέα και την μπάλα,όμως πια αισθανόταν εξερευνητής,με τόσα εγκατελειμένα σπίτια τριγύρω,τόσες αλάνες και οικόπεδα που έμοιαζαν να τον καλούν να τα εξερευνήσει....
Η εξερεύνηση δεν ήταν ούτε απλό,ούτε ακίνδυνο πράγμα,τη στιγμή που όλη η περιοχή ήταν πεδίο μάχης στον πόλεμο,που όλα τα παλιά σπίτια είχαν σημάδια από σφαίρες,όμως η παιδική περιέργεια υπερέβαινε τον κίνδυνο κι έκανε τους πιτσιρικάδες ''ατρόμητους''...
Τα μπάνια και οι βόλτες στα οικόπεδα και τα παρατημένα χαλάσματα ήταν ''ελεύθερες'' μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου,εκεί,στα πρωτοβρόχια,γιατί μετά άρχιζε το σχολείο και μάλιστα ιδιωτικό για τον Γιώργο,που θα έπρεπε να συνηθίσει στα..εύκολα του σχολικού λεωφορείου και σε ένα πιο αποστειρωμένο περιβάλλον από αυτό του παλιού του σχολείου στο Νέο Κόσμο....
Οι πρώτες βροχές τον βρήκαν να περιμένει κάθε πρωί το σχολικό που θα τον πήγαινε σε ένα ιδιωτικό της Γλυφάδας,όπου τα περισσότερα παιδιά είχαν πλούσιους γονείς,σε αντίθεση με τους παλιούς του συμμαθητές που είχαν γονείς εργάτες και υπαλλήλους,όμως δεν τον ένοιαζε και έδειχνε να συνηθίζει μάλλον έυκολα το καινούργιο περιβάλλον...
Ήταν μια βραδυά εκείνου του Οκτώβρη όταν συναίβει ένα περίεργο γεγονός που θα έμελε να ανοίξει έναν κύκλο στη ζωή του Γιώργου...
Έβρεχε ασταμάτητα όταν έπεσε να κοιμηθεί κι εκεί,κατά τις μία το πρωί άκουσε βηματισμό στο δρόμο,σαν να περνούσε παρέλαση με στρατιώτες που κάτι τραγουδούσαν,κάτι που δεν ακουγόταν ελληνικό...
Ο Γιώργος ξύπνησε κι έμεινε αρκετή ώρα ξάγρυπνος ακούγοντας αυτούς τους περίεργους ήχους,υποθέτοντας πως κάποιοι κάνουν ένα είδος άσκησης κάτω από το σπίτι....
Το πρωί είχε σχεδόν ξεχάσει το γεγονός,όμως δεν άργησε η ίδια ''ιστορία'' να επαναληφθεί...
Η μητέρα του ήταν η πρώτη που άκουσε τη διήγηση του Γιώργου,μα δεν πολυέδωσε σημασία..
''Ξέχνα το,δεν είναι τίποτα'',του είπε και συνέχισε να μαγειρεύει,όμως ο Γιώργος δεν γινόταν να ξεχάσει έτσι εύκολα....
Πέρασε καιρός χωρίς κάτι ιδιαίτερο στη ζωή της οικογένειας,όταν ένα απόγευμα κι ενώ έβλεπαν τηλεόραση,ο Γιώργος άρχισε να φωνάζει...''αυτό το τραγούδι ακούω τα βράδυα,ναι αυτό''....
Η τηλεόραση έδειχνε ένα ντοκυμαντέρ για τον πόλεμο και ακουγόταν η ''Έρρικα'',το στρατιωτικό τραγούδι του πολέμου,όμως τι σχέση μπορεί να είχε με τη γειτονιά τους αυτό;

3

Ο Γιώργος όντας πολύ κοινωνικός,άρχισε να λέει στους γείτονες την ιστορία του,μέχρι που ένας ηλικιωμένος που κατοικούσε σε ένα παλιόσπιτο του είπε πως ''στη γειτονιά υπήρχε στρατώνας των Γερμανών στην κατοχή''...
Και καλά..οι Γερμανοί είχαν φύγει πριν τριάντα και βάλε χρόνια...πως γινόταν αυτό;;αναρωτιόταν ο Γιώργος,αλλά απάντηση δεν υπήρχε κι έπαψε να ασχολείται αφού δεν ξανάκουσε τίποτα...


Ήρθε ξανά το καλοκαίρι και οι βόλτες μαζί με τα μπάνια δεν άφηναν χρόνο για ''ιστορικές σκέψεις''...
Τώρα μάλιστα υπήρχε και ποδήλατο για ατελείωτες τσάρκες στην περιοχή και το σπίτι έκανε πολλές ώρες να δει τον πιτσιρικά...
Τι κι αν ο ήλιος έκαιγε,τι κι αν η μητέρα του έλεγε να προσέχει...εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα...
Ήταν ένα βράδυ του Αυγούστου που άργησε να πέσει για ύπνο κι όταν κοιμήθηκε είδε ένα παράξενο όνειρο...Ένας στρατιώτης με κράνος γερμανικό έσκαβε στο απέναντι οικόπεδο κι εκείνος στεκόταν δίπλα του.....
Το όνειρο σταματούσε εκεί και το είδε πολλές φορές ξανά και ξανά,μέχρι που το αποφάσισε...έπρεπε να πάει μια μέρα στο οικόπεδο,στο σημείο που έσκαβε ο Γερμανός, να δει τι στο καλό υπάρχει πια....
Ήξερε πως ένα τέτοιο σκάψιμο θα είχε κινδύνους μιας και είχε ακούσει πως είχαν βρεθεί παλιά εκρηκτικά στην περιοχή,όμως δεν άντεχε να βλέπει ένα τόσο σημαδιακό όνειρο και να μην κάνει τίποτα....
Τα ξερά χορτάρια έφταναν μέχρι τη μέση στο σημείο που πήγε να σκάψει ο Γιώργος...
Έκοψε τα πολλά με το χέρι κι έπειτα μ'ένα μικρό σκαλιστήρι που είχαν στον κήπο της πολυκατοικίας,άρχισε να σκάβει...έβγαζε χώμα ξανά και ξανά,όμως δεν έβρισκε κάτι...κι αυτό το συνέχισε μέρες μέχρι που τελικά ένα κομμάτι μάρμαρο άρχισε να φαίνεται μέσα από τα χώματα....
Ήταν κουρασμένος εκείνο το απόγευμα και δεν συνέχισε,όμως από την επόμενη μέρα άρχισε να σκάβει πιο εντατικά,μέχρι που αποκαλύφθηκε ένα άγαλμα μήκους μισού μέτρου....
Φυσικά και αυτό θα ήταν το μυστικό του,φυσικά δεν θα το έλεγε σε κανέναν πως είχε βρει ένα από εκείνα τα αγάλματα που έβλεπε στα μουσεία και που μάθαινε στο σχολείο...
Έπρεπε όμως να το κρύψει κάπου κι ευτυχώς κρυψώνες είχε πολλές...
Ένα κουτί στη αποθήκη του υπογείου θα ήταν η πρώτη κρυψώνα μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο,όμως ήθελε να συνεχίσει να σκάβει,να κάνει τον αρχαιολόγο,όσο κι αν ήξερε πως όσο κι αν τον έκρυβαν τα ψηλά ξερά χόρτα,κάποιος ίσως τον έβελεπε,κάποιος ίσως του χάλαγε την καλοκαιρινή του περιπέτεια....


Από το ίδιο εκείνο βράδυ που βρήκε το άγαλμα,άρχισε να ξαναβλέπει το όνειρο με τον Γερμανό,που τώρα τον έβλεπε λυπημένο,τον έβλεπε να κλαίει και δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις...όμως όσο κι αν τον φόβιζε το όνειρο συνέχισε να σκάβει κάθε πρωί....
Άρχισε να βρίσκει διάφορα περίεργα αντικείμενα,τα περισσότερα σκουριασμένα,μέχρι που βρήκε ένα γερμανικό κράνος....Αυτό ήταν το απόλυτο εύρημα,όμως και πάλι έπρεπε να μείνει μυστικό...
Ήταν πια τέλος Αυγούστου όταν ένα πρωί μια ομάδα ανθρώπων είχε μαζευτεί στο απέναντι οικόπεδο...τρόμαξε...νόμισε πως κάποιοι τον είδαν να σκάβει και ειδοποίησαν τις αρχές....
Οι νέοι ιδιοκτήτες του οικοπέδου ήταν...έτσι του είπαν....θα χτιζόταν κάποιο καινούργιο σπίτι εκεί...οπότε...τέρμα οι ανασκαφές του...θα έμενε με τα κρυμένα μυστικά του...εξάλλου σε λίγο άρχιζαν τα σχολεία...δεν θα είχε καιρό για τέτοια.....
Όμως εκείνος ο Γερμανός εξακολουθούσε να ενοχλεί τον ύπνο του και πια δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να ήθελε....


4


Πέρασε καιρός όταν είδε μια μπουλντόζα να ξεκινάει σκάψιμο στο οικόπεδο....
''Αυτό είναι εργαλείο'' σκέφτηκε..''αν είχα ένα τέτοιο,θα είχα δει επιτέλους τι άλλο κρύβει το οικόπεδο...''...
Και πράγματι το οικόπεδο έκρυβε πολλά....
Ένα μεσημέρι που τον έφερε το σχολικό μετά το σχολείο είδε κόσμο και αστυνομία στο οικόπεδο...
''Βρήκαν εκρηκτικά'' του είπε η μητέρα του...''θα έρθουν πυροτεχνουργοί''....
Παρατήρησε προσεκτικά όλη τη διαδικασία από το παράθυρο του δωματίου του ο Γιώργος....στο οικόπεδο είχαν βρει κάτι που έμοιαζε με μικρή βόμβα,αλλά και κάποια άσπρα κομμάτια μαρμάρου που από μακρυά έμοιαζαν με το άγαλμα που είχε ο ίδιος ανακαλύψει....
''Ευτυχώς που δεν είχα πέσει σε κανένα εκρηκτικό'' σκεφτόταν και προτιμούσε να μην κυτάζει,να ασχολιέται με τα διαβάσματά του...
Όμως η ιστορία του οικοπέδου δεν τέλειωσε με τα εκρηκτικά....
''Βρήκαν έναν σκελετό και κάποια αγαλματάκια'' του ανακοίνωσε ένα μεσημέρι η μητέρα του,την ώρα που του έβαζε να φάει...
Το πράγμα γινόταν μπερδεμένο και τα κρυμμένα αντικείμενα στο υπόγειο θα του ''φόρτωναν την πλάτη'' του Γιώργου....σίγουρα δεν είχε κανέναν λόγο να τα κρατάει,ούτε φυσικά και να τα παραδώσει,αφού έτσι θα έμπλεκε ο ίδιος και οι δικοί του και ποιός θα άκουγε τον πατέρα του....
Έπρεπε κάτι να κάνει για να ξεφορτωθεί τα μυστικά του και μάλιστα γρήγορα....
Το ίδιο κιόλας βράδυ τύλιξε τα δυο ευρύματα σε μεγάλα χαρτιά και τα έριξε στο οικόπεδο...''άν τα βρουν έχει καλώς...όμως όπως και νάχει εγώ θα έχω ησυχάσει'' σκέφτηκε και γύρισε γρήγορα στο σπίτι....
Πέρασαν μέρες κι έμαθε πως ο σκελετός που βρήκαν ήταν ενός Γερμανού από την κατοχή και τα αρχαία ήταν από αυτά που είχαν κλέψει οι Γερμανοί από έναν τάφο που είχαν ανακαλύψει στην κατοχή,κάπου πέρα από το αεροδρόμιο....
''Τον σκελετό του στρατιώτη θα τον στείλουν στη Γερμανία'' του είπε μια μέρα η μητέρα του....
Εκείνο το βράδυ ξαναείδε τον Γερμανό στον ύπνο του....αυτή τη φορά ήταν χαμογελαστός.....
Ο Γιώργος δεν ξαναείδε ποτέ πια εκείνο το όνειρο.....ίσως ο Γερμανός να ησύχασε πια σκέφτηκε...ίσως να λυτρώθηκε η ψυχή του....
................................................................................................................................................................


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου